ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ;
Η Εγκεφαλική Παράλυση είναι ένας γενικός όρος που περιγράφει μία ομάδα μόνιμων διαταραχών της κίνησης και της στάσης του σώματος, οι οποίες οφείλονται σε βλάβη ή διαταραχή της ανάπτυξης του εγκεφάλου κατά την εμβρυϊκή ζωή, τον τοκετό, τη νεογνική ή πρώιμη παιδική περίοδο.
Η βλάβη ή η διαταραχή της ανάπτυξης του εγκεφάλου που έχει προκαλέσει την Εγκεφαλική Παράλυση είναι μη εξελισσόμενη. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία νευρολογική νόσο που συνεχίζει να προκαλεί νέα βλάβη στον εγκέφαλο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κλινική και λειτουργική εικόνα παραμένει ίδια σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και οι απαιτήσεις της κίνησης και της καθημερινής ζωής αλλάζουν, μπορεί να μεταβάλλονται η μυϊκή δύναμη, η σπαστικότητα ή η δυστονία, η κινητικότητα, η βάδιση, η ισορροπία, η λειτουργία των άνω άκρων, ο πόνος, η κόπωση και η δυνατότητα αυτοϋπηρέτησης.
Η Εγκεφαλική Παράλυση είναι επομένως μία δια βίου κατάσταση.
Η παρακολούθηση, η θεραπεία και η Αποκατάσταση αφορούν τόσο το παιδί όσο και τον ενήλικα.
ΣΧΕΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Η νευρολογική και λειτουργική εικόνα εξαρτάται από τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη η βλάβη στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, καθώς και από την εντόπιση και την έκτασή της.
Για παράδειγμα, βλάβες της περικοιλιακής λευκής ουσίας, ιδιαίτερα σε παιδιά που γεννήθηκαν πρόωρα, συνδέονται συχνά με σπαστική Εγκεφαλική Παράλυση που επηρεάζει περισσότερο τα κάτω άκρα.
Μονόπλευρες εγκεφαλικές βλάβες μπορεί να προκαλέσουν κυρίως κινητικές δυσκολίες στην αντίθετη πλευρά του σώματος, ενώ βλάβες των βασικών γαγγλίων και του θαλάμου συνδέονται συχνότερα με δυσκινητικές μορφές, στις οποίες μπορεί να κυριαρχούν η δυστονία και οι ακούσιες κινήσεις.
Βλάβες ή διαταραχές ανάπτυξης της παρεγκεφαλίδας μπορεί να συνδέονται με αταξία, διαταραχές της ισορροπίας και του συντονισμού.
Οι συσχετίσεις αυτές δεν αποτελούν απόλυτους κανόνες. Η ίδια ανατομική βλάβη δεν προκαλεί πάντοτε την ίδια κλινική εικόνα, επειδή σημαντικό ρόλο έχουν επίσης η έκταση της βλάβης, τα νευρωνικά δίκτυα που έχουν επηρεαστεί και η δυνατότητα αναδιοργάνωσης του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου.
ΠΩΣ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ;
Η κλινική εικόνα διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η κινητική διαταραχή μπορεί να αφορά κυρίως τη μία πλευρά του σώματος ή και τις δύο και να κυμαίνεται από σχετικά μικρή δυσκολία στην κίνηση έως σοβαρό περιορισμό της κινητικότητας και της αυτονομίας.
ΤΥΠΟΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΣΗΣ
Ανάλογα με το είδος της κινητικής διαταραχής, η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να είναι κυρίως:
- Σπαστική, η συχνότερη μορφή, που αφορά περίπου το 80% των περιπτώσεων, με αυξημένο μυϊκό τόνο και δυσκολία στον έλεγχο της κίνησης.
- Δυσκινητική, όπου κυριαρχούν η δυστονία και οι ακούσιες κινήσεις.
- Αταξική, με προβλήματα ισορροπίας και συντονισμού.
- Μικτή, όταν συνυπάρχουν διαφορετικά κινητικά πρότυπα.
Η διάγνωση, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να περιγράψει τι μπορεί πραγματικά να κάνει ένας ασθενής με Εγκεφαλική Παράλυση.
Σημασία έχει η λειτουργική ικανότητα, δηλαδή πώς κάθεται, σηκώνεται, μετακινείται και βαδίζει, πώς χρησιμοποιεί τα χέρια του, πώς επικοινωνεί, πώς τρώει και καταπίνει και σε ποιο βαθμό μπορεί να συμμετέχει στην καθημερινή ζωή.
ΠΩΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ;
Για να περιγράφεται με σαφή και κοινό τρόπο η λειτουργική ικανότητα του παιδιού, χρησιμοποιούνται διεθνή συστήματα ταξινόμησης:
- Το GMFCS περιγράφει την αδρή κινητικότητα και τον τρόπο μετακίνησης.
- Το MACS τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα χέρια στις καθημερινές δραστηριότητες.
- Το CFCS την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας.
- Το EDACS την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα στη λήψη τροφής και υγρών.
Τα συστήματα αυτά δεν περιγράφουν συνολικά το παιδί ούτε καθορίζουν από μόνα τους τι μπορεί να επιτύχει.
Βοηθούν, όμως, να περιγράφεται με κοινό τρόπο η λειτουργική του εικόνα και να υποστηρίζεται ο θεραπευτικός σχεδιασμός.
Η πρόοδος αξιολογείται με κατάλληλα εργαλεία και με βάση τους εξατομικευμένους θεραπευτικούς στόχους.
ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ;
Η Εγκεφαλική Παράλυση είναι κλινική διάγνωση. Δεν υπάρχει μία μεμονωμένη εργαστηριακή ή απεικονιστική εξέταση που να την επιβεβαιώνει ή να την αποκλείει.
Σήμερα, ιδιαίτερα στα βρέφη υψηλού κινδύνου, η πιθανότητα Εγκεφαλικής Παράλυσης μπορεί να αναγνωριστεί πολύ νωρίτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Η νευρολογική εξέταση, η συστηματική αξιολόγηση της κινητικής ανάπτυξης και, όταν ενδείκνυται, η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου μπορούν συνδυαστικά να επιτρέψουν την έγκαιρη αναγνώριση βρεφών που έχουν Εγκεφαλική Παράλυση ή βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο να την εμφανίσουν.
Σε εξειδικευμένη αξιολόγηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν διεθνώς αναγνωρισμένα εργαλεία, όπως η αξιολόγηση των General Movements στους πρώτους μήνες της ζωής και η Hammersmith Infant Neurological Examination – HINE.
Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, δεν είναι σωστό να ακολουθείται μία στάση αναμονής, παρακολουθώντας παθητικά την εξέλιξη της κατάστασης.
Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει την έγκαιρη έναρξη κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης.
Επειδή η Εγκεφαλική Παράλυση οφείλεται σε μη εξελισσόμενη βλάβη ή διαταραχή της ανάπτυξης του εγκεφάλου, εάν διαπιστώνεται απώλεια ήδη κατακτημένων δεξιοτήτων, προοδευτική νευρολογική επιδείνωση ή άλλα μη αναμενόμενα ευρήματα, τότε επιβάλλεται επανεκτίμηση της διάγνωσης και διερεύνηση άλλης νευρολογικής πάθησης.
Όταν η αιτία της Εγκεφαλικής Παράλυσης δεν είναι σαφής ή υπάρχουν ευρήματα στην κλινική εξέταση ή στον απεικονιστικό έλεγχο που δεν ταιριάζουν με τη συνήθη εικόνα της, μπορεί να χρειάζεται γενετικός και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, μεταβολικός έλεγχος για τη διερεύνηση της υποκείμενης αιτίας και τον αποκλεισμό άλλων νευρολογικών παθήσεων.
ΠΟΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ;
Η Εγκεφαλική Παράλυση αφορά πρωτίστως την κίνηση και τη στάση του σώματος, μπορεί όμως να συνοδεύεται από πρόσθετες λειτουργικές δυσκολίες, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από ασθενή σε ασθενή.
ΚΙΝΗΣΗ, ΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΔΙΣΗ
Μπορεί να υπάρχουν μυϊκή αδυναμία, σπαστικότητα ή δυστονία, περιορισμένος έλεγχος της εκούσιας κίνησης, διαταραχές ισορροπίας και συντονισμού και δυσκολία στη διατήρηση της καθιστής ή όρθιας θέσης, στις μεταφορές και στη βάδιση.
Με την ανάπτυξη μπορεί να εμφανισθούν βραχύνσεις μυών και τενόντων, συγκάμψεις και παραμορφώσεις των άκρων ή της σπονδυλικής στήλης.
ΙΣΧΙΑ ΚΑΙ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Τα παιδιά με Εγκεφαλική Παράλυση έχουν αυξημένο κίνδυνο προοδευτικής μετατόπισης του ισχίου, ιδιαίτερα όταν η κινητική λειτουργία είναι περισσότερο περιορισμένη.
Η μετατόπιση μπορεί αρχικά να εξελίσσεται χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική παρακολούθηση των ισχίων, με κλινικό και, ανάλογα με τον κίνδυνο, ακτινολογικό έλεγχο.
Ο ακτινολογικός έλεγχος βασίζεται σε τυποποιημένη προσθιοπίσθια ακτινογραφία λεκάνης και στην εκτίμηση του ποσοστού μετατόπισης του ισχίου (Migration Percentage – MP).
Η συχνότητα της παρακολούθησης καθορίζεται κυρίως από την ηλικία, το επίπεδο GMFCS, το οποίο περιγράφει την αδρή κινητικότητα και τον τρόπο μετακίνησης, καθώς και από τα προηγούμενα κλινικά και ακτινολογικά ευρήματα.
Η έγκαιρη αναγνώριση της μετατόπισης έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή επιτρέπει την αντιμετώπισή της πριν εμφανισθούν πόνος, σοβαρή παραμόρφωση και μεγαλύτερη δυσκολία στην καθιστή θέση, στη βάδιση και στην αυτοϋπηρέτηση.
ΟΣΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
Σε παιδιά και ενήλικες με σοβαρό περιορισμό της κινητικότητας μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μειωμένης οστικής πυκνότητας και καταγμάτων ακόμη και μετά από μικρή κάκωση.
Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν συνυπάρχουν παράγοντες όπως προβλήματα σίτισης ή κατάποσης, ανεπαρκής διατροφή, χαμηλό σωματικό βάρος, ανεπάρκεια βιταμίνης D, προηγούμενο κάταγμα ή μακροχρόνια λήψη ορισμένων αντιεπιληπτικών φαρμάκων.
Όταν υπάρχουν τέτοιοι παράγοντες κινδύνου, αξιολογούνται η διατροφή, η πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, η δυνατότητα κίνησης και φόρτισης των κάτω άκρων και το ιστορικό καταγμάτων και, όταν ενδείκνυται, πραγματοποιείται περαιτέρω εξειδικευμένος εργαστηριακός και απεικονιστικός έλεγχος.
ΑΝΩ ΑΚΡΑ ΚΑΙ ΧΕΡΙΑ
Η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να επηρεάζει τη σύλληψη, τη λεπτή κινητικότητα, τον συντονισμό των δύο χεριών και δραστηριότητες όπως το φαγητό, το ντύσιμο, το γράψιμο και η χρήση ηλεκτρονικών συσκευών.
ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να επηρεάζει τον συντονισμό της αναπνοής με την ομιλία, τη φώνηση και την άρθρωση.
Η δυσκολία στην ομιλία δεν σημαίνει απαραίτητα δυσκολία στην κατανόηση ή στις νοητικές λειτουργίες.
Όταν η ομιλία δεν επιτρέπει αποτελεσματική επικοινωνία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέσα Επαυξητικής και Εναλλακτικής Επικοινωνίας – ΕΕΕ (Augmentative and Alternative Communication – AAC), από απλές εικόνες και πίνακες επικοινωνίας έως σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα.
ΚΑΤΑΠΟΣΗ ΚΑΙ ΣΙΤΙΣΗ
Η δυσκολία στον έλεγχο των μυών του στόματος, της γλώσσας και του φάρυγγα μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη μάσηση και στην κατάποση.
Βήχας ή πνιγμονή κατά το φαγητό, μεγάλη διάρκεια των γευμάτων, ανεπαρκής πρόσληψη τροφής ή υγρών και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του αναπνευστικού μπορεί να αποτελούν ενδείξεις δυσφαγίας.
Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να υπάρχει εισρόφηση χωρίς εμφανή βήχα.
Η σιελόρροια, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οπίσθια διαφυγή του σάλιου προς τον φάρυγγα, μπορεί επίσης να συνδέεται με διαταραχή της κατάποσης και αυξημένο κίνδυνο εισρόφησης.
Για τον λόγο αυτό, όταν υπάρχουν ενδείξεις διαταραχής της κατάποσης απαιτείται ειδική αξιολόγηση.
ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
Σε ορισμένους ανθρώπους με Εγκεφαλική Παράλυση, ιδιαίτερα όταν ο κινητικός περιορισμός είναι σοβαρός, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικών προβλημάτων.
Η δυσφαγία και η εισρόφηση, ο ανεπαρκής βήχας και η δυσκολία απομάκρυνσης των βρογχικών εκκρίσεων, η μειωμένη κινητικότητα και οι παραμορφώσεις του θώρακα ή της σπονδυλικής στήλης μπορεί να επιβαρύνουν την αναπνευστική λειτουργία.
Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του αναπνευστικού, η δυσκολία στην απομάκρυνση των εκκρίσεων ή οποιαδήποτε μεταβολή της αναπνευστικής κατάστασης πρέπει να αξιολογούνται έγκαιρα και να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο συνολικής διεπιστημονικής φροντίδας.
ΚΥΣΤΗ ΚΑΙ ΕΝΤΕΡΟ
Η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να συνοδεύεται από διαταραχές της λειτουργίας της κύστης και του εντέρου.
Από το ουροποιητικό μπορεί να εμφανίζονται επιτακτική ανάγκη για ούρηση, συχνουρία, ακράτεια ούρων, δυσκολία στην έναρξη ή ολοκλήρωση της ούρησης και, σε ορισμένους ανθρώπους, ατελής κένωση της κύστης ή επίσχεση ούρων.
Η δυσκοιλιότητα είναι επίσης συχνή και μπορεί να επιδεινώνεται από τον περιορισμό της κινητικότητας, τη διατροφή, την ανεπαρκή πρόσληψη υγρών και ορισμένα φάρμακα.
Οι διαταραχές αυτές πρέπει να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται, επειδή μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά την άνεση, τον ύπνο, την αυτονομία και την ποιότητα της καθημερινής ζωής.
ΑΝΩΤΕΡΕΣ ΝΟΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
Η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να συνοδεύεται από δυσκολίες στην προσοχή, τη μνήμη, τη μάθηση, την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και τις εκτελεστικές λειτουργίες, χωρίς αυτό να συμβαίνει σε όλους.
Η βαρύτητα της κινητικής διαταραχής δεν καθορίζει από μόνη της τις νοητικές ικανότητες.
Σοβαρές δυσκολίες στην κίνηση ή στην ομιλία μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένη υποτίμηση των πραγματικών δυνατοτήτων του παιδιού ή του ενήλικα.
Μπορεί επίσης να εμφανίζονται άγχος, καταθλιπτικό συναίσθημα, ευερεθιστότητα ή δυσκολίες στη συμπεριφορά και στην κοινωνική αλληλεπίδραση.
ΑΛΛΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Μπορεί επίσης να συνυπάρχουν επιληψία, προβλήματα όρασης ή ακοής, πόνος, διαταραχές ύπνου και προβλήματα διατροφής ή αναπνοής.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ
Η πρώιμη παιδική ηλικία αποτελεί περίοδο μεγάλης νευροπλαστικότητας, κατά την οποία ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος έχει ιδιαίτερα αυξημένη δυνατότητα να οργανώνει και να αναδιοργανώνει τα νευρωνικά του δίκτυα.
Η σύγχρονη πρώιμη παρέμβαση βασίζεται στην ενεργητική και επαναλαμβανόμενη εξάσκηση λειτουργικών δραστηριοτήτων, με συγκεκριμένους στόχους προσαρμοσμένους στην ηλικία, τις δυνατότητες και τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού.
Στόχος δεν είναι μόνον η «ομαλοποίηση» της κίνησης. Στόχος είναι το παιδί να μπορεί να κάθεται, να στέκεται, να μετακινείται, να βαδίζει όταν αυτό είναι εφικτό, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, να επικοινωνεί, να τρώει, να παίζει, να μαθαίνει και να συμμετέχει όσο το δυνατόν περισσότερο στην καθημερινή του ζωή.
Ο ΕΝΗΛΙΚΑΣ ΜΕ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ
Η Εγκεφαλική Παράλυση δεν παύει να υπάρχει όταν το παιδί ενηλικιωθεί.
Η ιατρική παρακολούθηση και η Αποκατάσταση πρέπει να συνεχίζονται και μετά την ενηλικίωση, με προσαρμογή στις λειτουργικές ανάγκες και στους στόχους του κάθε ασθενούς.
Παρότι η αρχική βλάβη του εγκεφάλου δεν εξελίσσεται, με την πάροδο των ετών μπορεί να εμφανισθούν πόνος, κόπωση, μειωμένη αντοχή, δυσκολότερη βάδιση ή απώλεια λειτουργικών ικανοτήτων που προηγουμένως ήταν εφικτές.
Κάθε σημαντική νέα μεταβολή πρέπει να διερευνάται και όχι να αποδίδεται αυτομάτως στην Εγκεφαλική Παράλυση ή στην ηλικία.
Η Αποκατάσταση στον ενήλικα στοχεύει στη διατήρηση ή βελτίωση της κινητικότητας, της δύναμης, της αντοχής και της αυτονομίας, στην αντιμετώπιση του πόνου και των διαταραχών του μυϊκού τόνου και στη δυνατότητα συμμετοχής στην οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΕΡΤΟΝΙΑ, Η ΣΠΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΤΟΝΙΑ;
Στην Εγκεφαλική Παράλυση διαταράσσεται ο έλεγχος που ασκεί ο εγκέφαλος στην κίνηση και στον μυϊκό τόνο.
Ο μυϊκός τόνος είναι η φυσιολογική τάση των μυών σε κατάσταση ηρεμίας και συμβάλλει στη διατήρηση της στάσης του σώματος και στην ετοιμότητα για κίνηση.
Υπερτονία είναι η παθολογική αύξηση του μυϊκού τόνου, η οποία εκδηλώνεται με αυξημένη αντίσταση όταν ένα μέλος του σώματος κινείται παθητικά.
Η σπαστικότητα και η δυστονία είναι δύο διαφορετικές διαταραχές που συναντώνται συχνά στην Εγκεφαλική Παράλυση.
Η σπαστικότητα αποτελεί μορφή υπερτονίας, ενώ η δυστονία είναι διαταραχή της κίνησης και δεν χαρακτηρίζεται πάντοτε από αυξημένο μυϊκό τόνο.
Η σπαστικότητα αποτελεί τη συχνότερη μορφή υπερτονίας στην Εγκεφαλική Παράλυση. Κατά την παθητική κίνηση ενός μέλους παρουσιάζεται αυξημένη αντίσταση, η οποία γίνεται εντονότερη όσο αυξάνεται η ταχύτητα της κίνησης.
Η δυστονία είναι κινητική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένες ή διαλείπουσες μυϊκές συσπάσεις, οι οποίες προκαλούν ακούσιες, συχνά επαναλαμβανόμενες κινήσεις, παθολογικές στάσεις του σώματος ή και τα δύο. Συχνά προκαλείται ή επιδεινώνεται από την εκούσια προσπάθεια.
Ο μυϊκός τόνος στη δυστονία μπορεί να μεταβάλλεται και δεν είναι πάντοτε αυξημένος. Όταν οι μυϊκές συσπάσεις παρατείνονται, μπορεί να εμφανίζεται δυστονική υπερτονία με δύσκαμπτες στάσεις.
Η δυστονία είναι χαρακτηριστική της δυσκινητικής Εγκεφαλικής Παράλυσης, αλλά μπορεί να συνυπάρχει και με τη σπαστική μορφή.
Με απλά λόγια, στη σπαστικότητα ο αυξημένος μυϊκός τόνος αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό και η αντίσταση αυξάνεται όσο γρηγορότερα κινείται παθητικά το μέλος. Στη δυστονία κυριαρχούν οι ακούσιες και συχνά μεταβαλλόμενες κινήσεις ή στάσεις, ενώ ο μυϊκός τόνος μπορεί να αυξομειώνεται.
ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ Η ΣΠΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ;
Η παρουσία σπαστικότητας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη θεραπευτικής παρέμβασης.
Η ανάγκη αντιμετώπισής της καθορίζεται από το κατά πόσο προκαλεί πόνο, περιορίζει την κίνηση ή τη λειτουργικότητα, δυσχεραίνει τη φροντίδα ή συμβάλλει στην ανάπτυξη συγκάμψεων και παραμορφώσεων.
Σε ορισμένους ανθρώπους, ένα μέρος του αυξημένου μυϊκού τόνου μπορεί να βοηθά στην όρθια θέση ή στις μεταφορές. Η υπερβολική μείωσή του μπορεί επομένως να επιδεινώσει τη λειτουργικότητα.
Η σπαστικότητα αξιολογείται πάντοτε σε σχέση με τη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς και τους συγκεκριμένους θεραπευτικούς στόχους.
Η αντιμετώπιση μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες, να περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, σωστή τοποθέτηση και κινητοποίηση, χρήση βοηθημάτων και ορθώσεων, ειδική κινησιοθεραπεία στη θεραπευτική πισίνα και φαρμακευτική αγωγή.
Σε επιλεγμένους ασθενείς με εστιακή σπαστικότητα πραγματοποιείται έγχυση βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α στους κατάλληλους μύες, ως μέρος του συνολικού προγράμματος Αποκατάστασης.
Σε ασθενείς με σοβαρή γενικευμένη σπαστικότητα που εξακολουθεί να προκαλεί σημαντικά λειτουργικά προβλήματα παρά τις συντηρητικές θεραπείες, μπορεί να εξετάζεται σε εξειδικευμένο κέντρο συνεχής χορήγηση βακλοφαίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μέσω εμφυτεύσιμης αντλίας.
Σε αυστηρά επιλεγμένους ασθενείς με σημαντική σπαστικότητα των κάτω άκρων μπορεί επίσης να εξετάζεται Εκλεκτική Οπίσθια Ριζοτομή – Selective Dorsal Rhizotomy (SDR), μετά από εξειδικευμένη διεπιστημονική αξιολόγηση και με οργανωμένο πρόγραμμα Αποκατάστασης μετά την επέμβαση.
ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ Η ΔΥΣΤΟΝΙΑ;
Η δυστονία πρέπει να αναγνωρίζεται και να αξιολογείται χωριστά από τη σπαστικότητα, επειδή οι δύο διαταραχές δεν αντιμετωπίζονται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.
Η ανάγκη θεραπείας καθορίζεται από το κατά πόσο η δυστονία επηρεάζει την κίνηση, τη στάση, την καθιστή θέση, τον ύπνο, προκαλεί πόνο ή δυσχεραίνει τη φροντίδα και την καθημερινή λειτουργικότητα.
Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται και μπορεί να περιλαμβάνει Αποκατάσταση, φαρμακευτική αγωγή και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, έγχυση βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α σε επιλεγμένους μύες, ως μέρος του συνολικού προγράμματος Αποκατάστασης.
Σε σοβαρή δυστονία που παραμένει επώδυνη και λειτουργικά περιοριστική παρά την κατάλληλη θεραπεία, μπορεί να απαιτείται αξιολόγηση σε εξειδικευμένο κέντρο για άλλες παρεμβάσεις, όπως θεραπεία με εμφυτεύσιμη αντλία βακλοφαίνης ή, σε αυστηρά επιλεγμένους ασθενείς, εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση – Deep Brain Stimulation (DBS).
ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΣΗ;
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, η Διεπιστημονική Ομάδα Αποκατάστασης αξιολογεί τη νευρολογική και λειτουργική κατάσταση και σχεδιάζει ξεχωριστά το πρόγραμμα Αποκατάστασης για κάθε παιδί ή ενήλικα.
Η αξιολόγηση εστιάζει στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού ή του ενήλικα στην καθημερινή ζωή και στους παράγοντες που περιορίζουν τη λειτουργικότητά του.
Καθορίζονται συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι θεραπευτικοί στόχοι και η πορεία επανεκτιμάται συστηματικά.
Παρέχονται επίσης ενημέρωση, εκπαίδευση και καθοδήγηση στο παιδί ή τον ενήλικα, ανάλογα με την ηλικία και τις δυνατότητές του, και στην οικογένειά του, για τη διαδικασία της Αποκατάστασης και την ασφαλή διαχείριση των λειτουργικών δυσκολιών και των αναγκών που μπορεί να μεταβάλλονται με την ανάπτυξη και την ηλικία.
ΚΙΝΗΣΗ, ΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΔΙΣΗ
Η φυσικοθεραπεία επικεντρώνεται στην ενεργητική κίνηση, τη μυϊκή ενδυνάμωση, την ισορροπία, τον έλεγχο του κορμού, τις μεταφορές, την όρθια θέση και τη βάδιση.
Ανάλογα με τις ανάγκες χρησιμοποιούνται ορθώσεις, βοηθήματα κινητικότητας, εξειδικευμένες ασκήσεις ορθοστάτησης και βάδισης και ειδική κινησιοθεραπεία στη θεραπευτική πισίνα.
ΡΟΜΠΟΤΙΚΟΣ ΕΞΩΣΚΕΛΕΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΒΑΔΙΣΗΣ
Σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς χρησιμοποιείται ρομποτικός εξωσκελετός για ορθοστάτηση, μεταφορά βάρους και ελεγχόμενη και επαναλαμβανόμενη εξάσκηση της βάδισης.
Η βοήθεια ρυθμίζεται ανάλογα με τη δύναμη και τον κινητικό έλεγχο του ασθενούς, ώστε να συμμετέχει όσο το δυνατόν περισσότερο ενεργητικά.
Η ρομποτική τεχνολογία αποτελεί συμπληρωματικό εργαλείο και δεν υποκαθιστά την ενεργητική θεραπευτική άσκηση.
ΑΝΩ ΑΚΡΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ
Η εργοθεραπεία επικεντρώνεται στη σύλληψη, τη λεπτή κινητικότητα, τον συντονισμό των δύο χεριών και, κυρίως, στη δυνατότητα χρησιμοποίησης του χεριού σε πραγματικές δραστηριότητες.
Στα παιδιά με μονόπλευρη προσβολή μπορεί, όταν ενδείκνυται, να εφαρμόζεται εντατική εξάσκηση του περισσότερο επηρεασμένου άνω άκρου, με προσωρινό περιορισμό της χρήσης του λιγότερο επηρεασμένου χεριού, ή εντατική εξάσκηση στη συνδυασμένη χρήση και των δύο χεριών.
ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩ ΑΚΡΟΥ ΚΑΙ ΡΟΜΠΟΤΙΚΟ ΓΑΝΤΙ
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ρομποτικό γάντι, σε συνδυασμό με λειτουργικές και διαδραστικές ασκήσεις, αμφίχειρη εξάσκηση και οπτική ανατροφοδότηση.
Με ειδικό σύστημα, η κίνηση του λιγότερο επηρεασμένου χεριού μπορεί να ενεργοποιεί αντίστοιχη κίνηση στο περισσότερο επηρεασμένο, επιτρέποντας συγχρονισμένη αμφίχειρη εξάσκηση.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΠΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, η αντιμετώπιση της σπαστικότητας εντάσσεται στο συνολικό πρόγραμμα Αποκατάστασης και συνδέεται πάντοτε με συγκεκριμένους λειτουργικούς στόχους.
Σε επιλεγμένους ασθενείς με εστιακή σπαστικότητα μπορεί να πραγματοποιείται έγχυση βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α υπό ηλεκτρομυογραφική καθοδήγηση, ώστε η θεραπεία να κατευθύνεται με ακρίβεια στους επιλεγμένους μύες.
Ακολουθεί, ανάλογα με τις ανάγκες και τους θεραπευτικούς στόχους, φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία και, όταν ενδείκνυται, χρήση κατάλληλων βοηθημάτων και ορθώσεων.
Παράλληλα διερευνώνται παράγοντες που μπορεί να αυξάνουν τον μυϊκό τόνο, όπως ο πόνος, η δυσκοιλιότητα, ουρολογικά προβλήματα, λοιμώξεις ή ακατάλληλη θέση του σώματος.
ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση και παρέμβαση περιλαμβάνουν τον συντονισμό της αναπνοής με την ομιλία, τη φώνηση, την άρθρωση και την ικανότητα λειτουργικής επικοινωνίας.
Όταν η ομιλία δεν επιτρέπει αποτελεσματική επικοινωνία, επιλέγονται κατάλληλα μέσα Επαυξητικής και Εναλλακτικής Επικοινωνίας.
ΚΑΤΑΠΟΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Όταν υπάρχει διαταραχή της κατάποσης, πραγματοποιείται εξειδικευμένη αξιολόγηση και θεραπευτική αντιμετώπιση.
Στη Μονάδα Δυσφαγίας της ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ, όταν υπάρχει κλινική ένδειξη, πραγματοποιείται Ενδοσκοπική Αξιολόγηση της Κατάποσης – FEES (Flexible Endoscopic Evaluation of Swallowing).
Η εξέταση πραγματοποιείται με λεπτό, εύκαμπτο ενδοσκόπιο, το οποίο εισάγεται από τη μύτη και επιτρέπει την άμεση αξιολόγηση της λειτουργίας της κατάποσης, της διαχείρισης των εκκρίσεων και της προστασίας των αεραγωγών.
Με τον τρόπο αυτό αξιολογούνται η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κατάποσης και τα ευρήματα αξιοποιούνται για τον εξατομικευμένο σχεδιασμό της θεραπείας, της σίτισης και της ενυδάτωσης.
Παράλληλα παρέχεται, όταν χρειάζεται, διαιτολογική αξιολόγηση και παρακολούθηση, ώστε να εξασφαλίζονται κατά το δυνατόν επαρκής και ασφαλής σίτιση και ενυδάτωση.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΙΕΛΟΡΡΟΙΑΣ
Η σιελόρροια είναι συχνή στην Εγκεφαλική Παράλυση και συνήθως οφείλεται σε δυσκολία ελέγχου και κατάποσης του σάλιου και όχι σε αυξημένη παραγωγή του.
Μπορεί να είναι πρόσθια, όταν το σάλιο διαφεύγει από το στόμα, ή οπίσθια, όταν κατευθύνεται προς τον φάρυγγα και μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο εισρόφησης και αναπνευστικών επιπλοκών.
Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται μετά από αξιολόγηση της κατάποσης, του στοματοκινητικού ελέγχου, της στάσης του σώματος και παραγόντων που μπορεί να επιδεινώνουν το πρόβλημα, όπως η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, ορισμένα φάρμακα και προβλήματα της στοματικής κοιλότητας.
Ανάλογα με τη βαρύτητα και τις ανάγκες του ασθενούς, περιλαμβάνει θεραπευτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση του στοματοκινητικού ελέγχου και της κατάποσης, φαρμακευτική αγωγή για τη μείωση της παραγωγής σάλιου και, σε επιλεγμένους ασθενείς, έγχυση βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α στους σιελογόνους αδένες, συνήθως υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση.
Η έγχυση βοτουλινικής τοξίνης στους σιελογόνους αδένες απαιτεί προσεκτική επιλογή του ασθενούς και στενή παρακολούθηση, επειδή σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει δυσκολίες στη μάσηση ή την κατάποση και να αυξήσει τον κίνδυνο εισρόφησης.
Σε σοβαρές περιπτώσεις που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη συντηρητική θεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να απαιτείται εξειδικευμένη αξιολόγηση για χειρουργική αντιμετώπιση. Η επιλογή της επέμβασης εξατομικεύεται ανάλογα με τον τύπο της σιελόρροιας και την ασφάλεια της κατάποσης.
ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗ ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
Στους νοσηλευόμενους ασθενείς εφαρμόζεται από την εισαγωγή αναπνευστική φυσικοθεραπεία, με στόχο τη διατήρηση και βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας, την καλύτερη έκπτυξη των πνευμόνων και τη διευκόλυνση της κινητοποίησης και της απομάκρυνσης των βρογχικών εκκρίσεων.
ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΚΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΝΤΕΡΟΥ
Όταν υπάρχουν προβλήματα από την κύστη ή το έντερο, γίνεται συστηματική αξιολόγηση των συμπτωμάτων και των παραγόντων που μπορεί να τα επιδεινώνουν.
Η αξιολόγηση της λειτουργίας της κύστης μπορεί, ανάλογα με την κλινική εικόνα, να περιλαμβάνει έλεγχο της ούρησης και του υπολείμματος ούρων μετά την κένωση και, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις, ουροδυναμικό έλεγχο.
Ο ουροδυναμικός έλεγχος επιτρέπει την αντικειμενική αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο η κύστη αποθηκεύει και αποβάλλει τα ούρα, καθώς και των πιέσεων που αναπτύσσονται κατά τις φάσεις αυτές.
Δεν απαιτείται σε όλους τους ανθρώπους με Εγκεφαλική Παράλυση, αλλά χρησιμοποιείται όταν τα συμπτώματα ή τα ευρήματα υποδηλώνουν σημαντική δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού.
Παράλληλα αξιολογείται και αντιμετωπίζεται η λειτουργία του εντέρου, ιδιαίτερα η δυσκοιλιότητα, με εξατομικευμένο πρόγραμμα που περιλαμβάνει προσαρμογή της διατροφής και της πρόσληψης υγρών, πρόγραμμα κένωσης και, όταν χρειάζεται, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Στόχος είναι η ασφαλής και αποτελεσματική λειτουργία της κύστης και του εντέρου, η αποφυγή επιπλοκών και η μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία στην καθημερινή ζωή.
ΑΝΩΤΕΡΕΣ ΝΟΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
Όταν χρειάζεται, πραγματοποιείται νευροψυχολογική αξιολόγηση της προσοχής, της μνήμης, της μάθησης, της ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών και των εκτελεστικών λειτουργιών – όπως ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η νοητική ευελιξία και η επίλυση προβλημάτων – καθώς και άλλων νοητικών ικανοτήτων.
Η αξιολόγηση βοηθά να εκτιμηθούν οι πραγματικές νοητικές δυνατότητες χωρίς να συγχέονται με τους περιορισμούς που μπορεί να προκαλούν η δυσκολία στην κίνηση, στην ομιλία ή στην επικοινωνία.
Παράλληλα, όταν χρειάζεται, αξιολογούνται η συναισθηματική κατάσταση, η συμπεριφορά και η κοινωνική αλληλεπίδραση, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως ο πόνος, οι διαταραχές ύπνου, η δυσκολία στην επικοινωνία και ο περιορισμός της αυτονομίας.
Με βάση τα ευρήματα σχεδιάζονται, όταν χρειάζεται, παρεμβάσεις για τη βελτίωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, ψυχολογική υποστήριξη του παιδιού ή του ενήλικα και υποστήριξη της οικογένειας.
ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ RehaCom
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, όταν ενδείκνυται, το πρόγραμμα γνωστικής Αποκατάστασης υποστηρίζεται από το εξειδικευμένο ψηφιακό σύστημα γνωστικής Αποκατάστασης RehaCom.
Μέσω ειδικά σχεδιασμένων ασκήσεων εξασκούνται λειτουργίες όπως η προσοχή, η μνήμη, η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, οι εκτελεστικές λειτουργίες και οι οπτικοχωρικές ικανότητες.
Το επίπεδο δυσκολίας προσαρμόζεται στις ανάγκες και στην επίδοση του κάθε ασθενούς, επιτρέποντας εξατομικευμένη και συστηματική εξάσκηση και παρακολούθηση της πορείας του.
Το RehaCom χρησιμοποιείται ως μέρος του συνολικού προγράμματος Αποκατάστασης και δεν υποκαθιστά τη νευροψυχολογική αξιολόγηση και την εξατομικευμένη θεραπευτική παρέμβαση.
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ
Η βελτίωση μίας μεμονωμένης κίνησης έχει πραγματική αξία όταν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινότητα.
Για τον λόγο αυτό η Αποκατάσταση περιλαμβάνει, ανάλογα με τις ανάγκες, εξάσκηση στις μετακινήσεις και στις μεταφορές, στο φαγητό, στην ένδυση και στην αυτοϋπηρέτηση, στη χρήση της τουαλέτας, στη γραφή και στη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών και στη μετακίνηση μέσα στο σπίτι και στην κοινότητα.
Όταν χρειάζεται, επιλέγονται κατάλληλα βοηθήματα βάδισης, αμαξίδια, συστήματα καθίσματος, ορθώσεις και άλλες υποστηρικτικές τεχνολογίες.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, ΑΘΛΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, η δημιουργική απασχόληση, η άθληση και η κοινωνική συμμετοχή συμπληρώνουν το πρόγραμμα Αποκατάστασης και προσαρμόζονται στις δυνατότητες, τα ενδιαφέροντα και τους θεραπευτικούς στόχους κάθε ασθενούς.
Οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν ζωγραφική, χειροτεχνία, μαγειρική, ομαδικά παιχνίδια, μουσικές και θεατρικές δραστηριότητες, άθληση, καθώς και συμμετοχή σε πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες εντός και εκτός της ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ.
Οι δραστηριότητες αυτές προσφέρουν ευκαιρίες για ενεργό συμμετοχή, κοινωνική αλληλεπίδραση, ανάληψη πρωτοβουλιών και αξιοποίηση των λειτουργικών δυνατοτήτων του ασθενούς στην καθημερινή ζωή.
ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕ ΣΟΒΑΡΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ
Σε ανθρώπους με σοβαρό κινητικό περιορισμό ιδιαίτερη σημασία έχουν η σωστή θέση του σώματος, οι συστηματικές αλλαγές θέσης, η προστασία του δέρματος, οι ασφαλείς μεταφορές και η πρόληψη των επιπλοκών της παρατεταμένης ακινησίας.
Στην Κλειστή Νοσηλεία της ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ χρησιμοποιούνται προηγμένες θεραπευτικές κλίνες, οι οποίες επιτρέπουν ελεγχόμενες και προγραμματισμένες αλλαγές θέσης, εναλλασσόμενη πλάγια περιστροφή, ειδική διαχείριση των πιέσεων που ασκούνται στο σώμα, θέση πλήρους καθίσματος και, όταν ενδείκνυται, σταδιακή μετάβαση σε περισσότερο όρθια θέση.
Οι συγκεκριμένες λειτουργίες συμβάλλουν τόσο στην πρόληψη όσο και στην αντιμετώπιση των κατακλίσεων.
Οι κλίνες διαθέτουν επίσης λειτουργίες επίκρουσης και δόνησης, οι οποίες μπορούν, όταν υπάρχει σχετική κλινική ένδειξη, να εντάσσονται στην αναπνευστική φροντίδα του ασθενούς.
Οι δυνατότητες αυτές χρησιμοποιούνται ως μέρος της συνολικής ιατρικής, νοσηλευτικής και θεραπευτικής αντιμετώπισης και δεν υποκαθιστούν την ενεργητική κινητοποίηση και το οργανωμένο πρόγραμμα Αποκατάστασης.
Σε ασθενείς με μεγάλη κινητική εξάρτηση μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται ηλεκτροκίνητοι γερανοί μεταφοράς για ασφαλέστερες μετακινήσεις από το κρεβάτι στο αμαξίδιο και στους χώρους θεραπείας.
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, η Εγκεφαλική Παράλυση μπορεί να επηρεάζει τη σεξουαλική ζωή μέσω των κινητικών περιορισμών, της σπαστικότητας ή της δυστονίας, του πόνου, της κόπωσης, των διαταραχών της κύστης και του εντέρου, των δυσκολιών επικοινωνίας και ψυχολογικών ή κοινωνικών παραγόντων.
Όταν υπάρχει σχετικό πρόβλημα και το άτομο επιθυμεί να το αντιμετωπίσει, η σεξουαλική αποκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει εξατομικευμένη αξιολόγηση, αντιμετώπιση των παραγόντων που επηρεάζουν τη σεξουαλική λειτουργία, πρακτική καθοδήγηση, συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη και, όπου χρειάζεται, ειδική ιατρική αντιμετώπιση.
Η συμμετοχή του/της συντρόφου μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη, εφόσον το επιθυμεί ο ίδιος ο ασθενής.
ΠΩΣ ΠΑΡΕΧΕΤΑΙ Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ;
Η Αποκατάσταση μπορεί να πραγματοποιείται με Κλειστή Νοσηλεία, Ημερήσια Νοσηλεία ή Κατ’ Οίκον Αποκατάσταση, ανάλογα με την ηλικία, τη λειτουργική κατάσταση, τη βαρύτητα των προβλημάτων και τις ανάγκες του παιδιού ή του ενήλικα.
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΤΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ;
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, η Αποκατάσταση δεν περιορίζεται στη μείωση της σπαστικότητας, στην αύξηση της μυϊκής δύναμης ή στη βελτίωση μεμονωμένων κινήσεων.
Στο παιδί, στόχος είναι να αναπτύξει όσο το δυνατόν περισσότερο τις πραγματικές δυνατότητές του, να αποκτήσει νέες δεξιότητες και να συμμετέχει ενεργά στην οικογενειακή, σχολική και κοινωνική ζωή.
Στον ενήλικα, στόχος είναι να διατηρήσει ή να βελτιώσει τη λειτουργική του ικανότητα, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που εμφανίζονται με την πάροδο του χρόνου και να διατηρήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία.
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ, η αποτελεσματική Αποκατάσταση του ασθενούς συνδέει την κίνηση, τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες, την επικοινωνία και το συναίσθημα με τη λειτουργική ικανότητα, την αυτονομία και την ενεργό συμμετοχή του στην καθημερινή, οικογενειακή, σχολική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή.

