Της Αναστασίας-Βασιλικής Θεοδωροπούλου
Κλινικής Ψυχολόγου
ΚΑΑ ΑΝΑΠΛΑΣΗ
Το φετινό μήνυμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας 2026 είναι: “Lived experiences heard: real voices, real change.” Οι φωνές, δηλαδή, των ανθρώπων με κάθε εμπειρία αφορούν ιστορίες που αξίζει να ακουστούν. Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει, ότι η κάθε προσωπική εμπειρία αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή γνώσης, και πως οι άνθρωποι που τη διαθέτουν χρειάζεται να συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο των αποφάσεων που αφορούν τη ζωή τους. Η ιδέα αυτή μπορεί να έχει εξαιρετική εφαρμογή και στην αποκατάσταση.
Κι αυτό διότι, ο ασθενής γνωρίζει κάτι που κανένα μέλος της θεραπευτικής ομάδας δεν μπορεί να γνωρίζει πλήρως, το πώς είναι να ζεις μέσα στο συγκεκριμένο σώμα και στην καθημερινότητα μετά την ασθένεια ή τον τραυματισμό. Η σύγχρονη αποκατάσταση καλείται να συνδυάσει την επιστημονική και κλινική γνώση του επαγγελματία υγείας, με τη γνώση της καθημερινής ζωής που διαθέτει ο ίδιος ο ασθενής.
Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, μια κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μια νευρολογική ή μυοσκελετική πάθηση μπορεί να αλλάξει, όχι μόνο το τί μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, αλλά και το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το μέλλον του. Γι’ αυτό το λόγο η αποκατάσταση δεν μπορεί να αφορά αποκλειστικά το σώμα. Η αποκατάσταση, δηλαδή, δεν αφορά μόνο το αν κάποιος θα βελτιώσει την κινητικότητα του άνω και κάτω άκρου, την ισορροπία, την ομιλία ή την αυτονομία του στις καθημερινές δραστηριότητες. Αφορά, τελικά, το αν ο άνθρωπος θα μπορέσει να επιστρέψει, με τον δικό του τρόπο και υπό τις νέες συνθήκες, σε μια ζωή που έχει νόημα και αξία για τον ίδιο.
Και εδώ βρίσκεται ένας παράγοντας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στη σύγχρονη αποκατάσταση. Κι αυτός δεν είναι παρά η φωνή του ίδιου του ανθρώπου που βιώνει την αποκατάσταση.
Μάλιστα, η σύγχρονη προσέγγιση της αποκατάστασης έχει απομακρυνθεί από μια αποκλειστική εστίαση στη νόσο, τη βλάβη και το σύμπτωμα. Η Διεθνής Ταξινόμηση της Λειτουργικότητας, της Αναπηρίας και της Υγείας (ICF) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) εντάσσει στη συνολική εικόνα, όχι μόνο τις σωματικές λειτουργίες και δομές, αλλά και τη δραστηριότητα, τη συμμετοχή και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του ανθρώπου.
Έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο: «Πόσο έχει βελτιωθεί η λειτουργικότητά του;» αλλά και: «Τι μπορεί πλέον να κάνει ο άνθρωπος στην πραγματική του ζωή;». Και ακόμη περισσότερο: «Τι έχει σημασία για τον ίδιο να μπορεί να κάνει;».
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης, διότι άνθρωποι με παρόμοιο επίπεδο λειτουργικής δυσκολίας μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες στην καθημερινότητά τους. Για κάποιους, η επιστροφή στην εργασία μπορεί να αποτελεί τον σημαντικότερο στόχο. Ενώ για κάποιους άλλους, η δυνατότητα να φροντίζουν το παιδί τους, να βγαίνουν μόνοι από το σπίτι, να χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς, να μαγειρεύουν, να συναντούν φίλους ή να μπορούν να συμμετέχουν ξανά σε μια δραστηριότητα που αγαπούν, μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία. Φαίνεται, δηλαδή, πως ο ίδιος λειτουργικός στόχος αποκτά διαφορετικό νόημα, όταν συνδέεται με τη ζωή ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
Αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία που βρίσκεται στον πυρήνα της καθημερινής λειτουργίας στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ. Η αποκατάσταση, δηλαδή, δεν αποτελεί υπόθεση ενός μόνο επαγγελματία υγείας. Ο ασθενής βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διεπιστημονικής ομάδας, στην οποία διαφορετικές ειδικότητες συνεργάζονται με έναν κοινό στόχο, που είναι, όχι μόνον η βελτίωση μιας επιμέρους λειτουργίας, αλλά και η συνολική επανασύνδεση του ανθρώπου με την καθημερινότητα και τη ζωή του. Φυσίατροι, παθολόγοι, νοσηλευτικό προσωπικό, φυσικοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, κλινικοί ψυχολόγοι, νευροψυχολόγοι, διατροφολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και οι υπόλοιποι επαγγελματίες της ομάδας συνεισφέρουν διαφορετικές οπτικές και διαφορετικά πεδία γνώσης στην αποκατάσταση του ασθενούς, αλλά και στην επιστροφή του σε οτιδήποτε έχει αξία στη ζωή του.
Η αποκατάσταση απαιτεί ακριβώς αυτή τη σύνθεση, διότι ο πάσχων έχει να αντιμετωπίσει ζητήματα που συνδέονται μεταξύ τους. Η κινητική δυσκολία μπορεί να επηρεάζει την ψυχολογία. Η ψυχολογική επιβάρυνση με τη σειρά της μπορεί να επηρεάζει τη συμμετοχή στη θεραπεία. Οι γνωστικές δυσκολίες μπορεί να επηρεάζουν την αυτονομία. Η έλλειψη αυτονομίας θα φέρει αλλαγή έπειτα και στους οικογενειακούς ρόλους. Επομένως, η διεπιστημονική ομάδα δεν λειτουργεί, ως άθροισμα ανεξάρτητων, μεμονωμένων παρεμβάσεων, αλλά ως ένα κοινό θεραπευτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κάθε ειδικότητα συμβάλλει στη συνολική εικόνα και βελτίωση του ασθενούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Κι αυτό διότι, η ψυχική υγεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αποκατάστασης.. Ένας άνθρωπος που έχει υποστεί μια σοβαρή ασθένεια ή κάκωση μπορεί να χρειάζεται να διαχειριστεί απώλεια, αβεβαιότητα, φόβο για το μέλλον, αλλαγές στην εικόνα σώματος, εξάρτηση από τους άλλους, αλλαγές στην εργασία και στους οικογενειακούς ρόλους, κοινωνική απομόνωση ή την αίσθηση ότι η ζωή του έχει αλλάξει χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κάποιες φορές η μεγαλύτερη δυσκολία δεν αποτυπώνεται σε μια κλίμακα λειτουργικότητας. Είναι η ερώτηση: «Ποιος είμαι τώρα;».
Οι κλινικοί ψυχολόγοι, όπως και κλινικοί νευροψυχολόγοι, στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ εργάζονται ακριβώς σε αυτό το επίπεδο, όχι απομονωμένα από τη σωματική αποκατάσταση, αλλά σε άμεση σύνδεση με αυτήν. Μέσα από την κλινική αξιολόγηση, την ψυχολογική υποστήριξη, την ψυχοεκπαίδευση, την υποστήριξη της προσαρμογής και τη συνεργασία με την υπόλοιπη διεπιστημονική ομάδα, στόχος είναι να αναγνωριστούν οι ψυχολογικοί παράγοντες που μπορεί να διευκολύνουν ή να δυσχεραίνουν την πορεία της αποκατάστασης.
Ένας ασθενής που εμφανίζεται χωρίς κίνητρο μπορεί να βιώνει κατάθλιψη. Ένας ασθενής που αρνείται μια δραστηριότητα μπορεί να φοβάται την αποτυχία. Ένας ασθενής που αντιδρά έντονα μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια βαθιά αίσθηση απώλειας ελέγχου. Ένας ασθενής που επιμένει υπερβολικά μπορεί να δυσκολεύεται να αποδεχθεί τα όρια που έχει θέσει η νέα πραγματικότητα. Η ψυχολογική παρέμβαση βοηθά να μεταφραστούν αυτές οι συμπεριφορές, όχι ως έλλειψη συνεργασίας, αλλά ως πιθανές εκφράσεις μιας σύνθετης ψυχολογικής διαδικασίας. Και ακριβώς αυτή η κατανόηση επιστρέφει στη διεπιστημονική ομάδα, ώστε η θεραπευτική προσέγγιση να μπορεί να προσαρμόζεται καλύτερα στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου.
Ο ασθενής στο επίκεντρο της φροντίδας
Στην καθημερινή λειτουργία της ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ, η θεραπευτική διαδικασία δεν εξαντλείται στην εφαρμογή προκαθορισμένων θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Αντιθέτως, η εξατομίκευση αποτελεί βασική αρχή. Οι στόχοι της αποκατάστασης χρειάζεται να συνδέονται με τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τις προτεραιότητες και το πραγματικό περιβάλλον του κάθε ασθενούς. Αυτό σημαίνει, ότι η θεραπευτική ομάδα μπορεί να θέτει έναν λειτουργικό στόχο, αλλά ταυτόχρονα να αναζητά μαζί με τον ασθενή το γιατί αυτός ο στόχος έχει σημασία.
Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που προσπαθεί επίμονα να βελτιώσει τη βάδισή του. Η θεραπευτική ομάδα μπορεί αρχικά να ακούσει: «Θέλω να περπατάω καλύτερα.» Η επόμενη ερώτηση, όμως, είναι ακόμη πιο σημαντική: «Γιατί;» Η απάντηση μπορεί να είναι: «Για να μπορώ να βγω ξανά με την οικογένειά μου». Τότε η βάδιση παύει να είναι ο τελικός στόχος. Γίνεται μέσο για την επιστροφή στη ζωή. Και αυτή η μετατόπιση είναι καθοριστική.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται, η αξία της δουλειάς του κλινικού ψυχολόγου μέσα στη Διεπιστημονική Ομάδα Αποκατάστασης. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται στη θεραπεία ενός μεμονωμένου ψυχολογικού συμπτώματος. Εν αντιθέσει, ο κλινικός ψυχολόγος αποτελεί μέρος της διεπιστημονικής διαδικασίας και συμβάλλει στην κατανόηση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής και κοινωνικής οντότητας. Η κλινική αξιολόγηση μπορεί να αναδείξει στοιχεία άγχους, καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, πένθους, δυσκολιών προσαρμογής, διαταραχής της αυτοεικόνας, προβλημάτων διαχείρισης της απώλειας ή άλλων ψυχολογικών παραγόντων που επηρεάζουν την πορεία της αποκατάστασης. Όμως, εξίσου σημαντική είναι η επικοινωνία αυτής της κατανόησης προς την ομάδα.
Ο κλινικός ψυχολόγος μπορεί να βοηθήσει την ομάδα να αναρωτηθεί:
Τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτή τη συμπεριφορά;
Τι σημαίνει για τον συγκεκριμένο άνθρωπο η απώλεια αυτής της λειτουργίας;
Πώς βιώνει ο ασθενής την εξάρτησή του από τους άλλους;
Ποιος είναι ο δικός του στόχος;
Πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε χωρίς να αντικαταστήσουμε τη δική του φωνή με τη δική μας;
Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχολογική οπτική δεν λειτουργεί παράλληλα προς τη σωματική αποκατάσταση. Ενσωματώνεται σε αυτήν. Μάλιστα, η αλλαγή που προκαλεί μια ασθένεια ή ένας τραυματισμός δεν αφορά μόνο τον ασθενή. Επηρεάζει το οικογενειακό σύστημα, τους ρόλους, τις προσδοκίες και συχνά τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη της οικογένειας αντιλαμβάνονται το μέλλον.
Για τον λόγο αυτό, η ψυχολογική παρέμβαση στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ μπορεί να περιλαμβάνει και την υποστήριξη της οικογένειας, την ψυχοεκπαίδευση και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ ασθενούς και σημαντικών άλλων. Και εδώ απαιτείται μια λεπτή ισορροπία. Η οικογένεια έχει σημαντική γνώση για τον ασθενή. Όμως, η φωνή της οικογένειας δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του ίδιου του ασθενούς. Η σύγχρονη αποκατάσταση καλείται να δημιουργήσει χώρο και για τις δύο.
Ίσως η σημαντικότερη μετατόπιση είναι να πάψουμε να αντιλαμβανόμαστε την Αποκατάσταση ως μια γραμμική πορεία από το λειτουργικό έλλειμμα προς την επανάκτηση των προηγούμενων ικανοτήτων. Για πολλούς ανθρώπους, η αποκατάσταση μπορεί να σημαίνει τη δημιουργία μιας νέας κανονικότητας με διάφορους νέους στόχους. Μιας ζωής διαφορετικής, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα μιας ζωής λιγότερο ουσιαστικής. Αυτό είναι και το σημείο, όπου η αποκατάσταση συναντά την ψυχική υγεία. Γιατί ο τελικός στόχος δεν είναι «Να λειτουργεί καλύτερα», αλλά «Να μπορεί να συμμετέχει ξανά σε μια ζωή που έχει νόημα για τον ίδιο.» Κι αυτό μπορεί να το μεταφέρει μόνο η ίδια η φωνή του ασθενούς.
Η πραγματικά διεπιστημονική αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι μόνο «για» τον ασθενή. Πρέπει να είναι μαζί με τον ασθενή. Και αυτή είναι η φιλοσοφία που καλούμαστε καθημερινά, ως επαγγελματίες υγείας και ως διεπιστημονική ομάδα, να υπηρετούμε, να βλέπουμε, δηλαδή, πίσω από τη διάγνωση τον άνθρωπο, πίσω από το έλλειμμα τη δυνατότητα, και πίσω από τον θεραπευτικό στόχο τη ζωή που αυτός ο στόχος μπορεί να καταστήσει ξανά εφικτή.
Στην ΑΝΑΠΛΑΣΗ ο ασθενής είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και ο πρωταγωνιστής της δικής του αποκατάστασης και της δικής του ζωής.
“Κάνουμε για τους ασθενείς μας ό,τι είναι αναγκαίο και όχι ό,τι θεωρείται εφικτό.”
“Κάνουμε για τους ασθενείς μας ό,τι θα κάναμε για την οικογένειά μας”
Βιβλιογραφία
- World Health Organization. (2026). World Mental Health Day 2026: Lived experiences heard: real voices, real change. Geneva: World Health Organization.
- World Health Organization. (2001). International Classification of Functioning, Disability and Health (ICF). Geneva: World Health Organization.
- World Health Organization Regional Office for Europe. (2025). Transforming mental health through lived experience: roadmap for integrating lived and living experience practitioners into policy, services and community. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe.
- Papadimitriou, C., Clayman, M. L., Mallinson, T., et al. (2024). A new process model for relationship-centred shared decision-making in physical medicine and rehabilitation settings. Health Expectations, 27(4), e14162.
- Mertens, L., Vandenberghe, J., Bekkering, G., et al. (2025). Navigating power imbalances and stigma in mental healthcare: Patient-reported barriers and facilitators to participation in shared decision-making in mental health care, a qualitative meta-summary. Health Expectations, 28(2), e70239.
- Thilarajah, S., Dancza, K., Chen, Z. Z., et al. (2025). Transforming community-based rehabilitation services: A national redesign using experience-based co-design. Health Expectations, 28(3), e70330.








